Για τους Επιταφίους

263
ουρανία επιταφιοι

Αρ. φύλλου 504, 1/4/1999

Γράφει η Ουρανία Παρδάλη Νομικού

Έζησα πολλά χρόνια στην πόλη της Λάρισας και την αγάπησα. Η Κηφισιά μόνο μια φορά το χρόνο μου έλειπε πραγματικά πολύ. Φαίνεται παράξενο, αλλά είναι αλή­θεια. Μου έλειπε την Μεγάλη Παρα­σκευή. Κι όμως, η ζωή των δύο πόλε­ων, εκείνη την ημέρα, ήταν ίδια.

Στη μεγάλη κεντρική πλατεία της Λάρισας, το βράδυ της Μεγάλης Πα­ρασκευής, μαζεύονταν οι Επιτάφιοι των γύρω ενοριών. Μετά τη Δοξολο­γία, ανταλλάσσαμε ευχές, καμαρώνο­ντας τα παιδιά μας, που κρατούσαν τα εξαπτέρυγα. Έδινα κι έπαιρνα ευ­χές από τους συμπολίτες, αλλά δεν έβλεπα αγαπημένα και φιλικά πρόσω­πα. Αυτό με μελαγχολούσε.

Στα πολλά χρόνια που έλειψα, μία μόνο φορά κατέβηκα για Πάσχα στην Κηφισιά. Πάντα οι γονείς μου ανέβαι­ναν στη Λάρισα. Τη μοναδική αυτή φορά τη θυμάμαι.

Είχαμε συνεννοηθεί με τ’ αδέλφια μου, να συναντηθούμε στην πλατεία Πλατάνου, έξω από το καφενείο Πλάζα, βράδυ Μεγάλης Παρασκευής. Δεν έβλεπα την ώρα να βρεθώ στην πλα­τεία. Ήθελα να μιλήσω με παλιούς φίλους και γνωστούς, που για τόσα χρόνια σκεφτόμουν κάθε τέτοιο βρά­δυ μελαγχολώντας. Κατέβηκα από νωρίς.

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι υπήρ­χε κι άλλος λόγος για να πάω νωρίς. Σαν παιδί, έβλεπα πάντα τους Επιτα­φίους από το καφενείο του παππού μου, στην Κασσαβέτη. Ο αγαπημένος μου σερβιτόρος λοιπόν, ο Καραγιαννάκης, πάντα με ανέβαζε σ’ ένα τραπέζι για να φθάνω να βλέπω. Σαν να τον ακούω τώρα να μου λέει: «Κατσα­ρίδα, έλα εδώ, γιατί θα σε πατήσουν.»

Μια λοιπόν και σ’ αυτά τα χρόνια δεν μεγάλωσε το ανάστημα μου, έ­πρεπε να φθάσω στον Πλάτανο έ­γκαιρα για να βρω μια θέση, ώστε να μπορώ να παρακολουθώ, αφού το κα­φενείο του παππού είχε κλείσει πια. Εκείνη τη χρονιά, περιμένοντας, είχα την ευχαρίστηση να συναντήσω παλι­ούς μου συμμαθητές και μετά από τόσο καιρό να γευθώ πάλι την ομορ­φιά της πλατείας αυτή τη βραδιά.

Ίσως αυτοί που δεν έζησαν στην πλα­τεία, να μην καταλαβαίνουν τι σήμαι­νε η συγκέντρωση των Επιταφίων στον Πλάτανο. Θυμάμαι τον μπαρμπα-Γιάννη τον Ψαραδάκη, που είχε μπακάλικο κοντά σ»τον καφεκοπτείο του πατέρα μου, στην Κασσαβέτη. Ο μπαρμπα-Γιάννης δεν ξεκλείδωνε πο­τέ το μαγαζί του, αν δε σταύρωνε τρεις φορές την κλειδαριά. Ε! λοιπόν, αυτός, ολόκληρη την ημέρα της Με­γάλης Παρασκευής, περίμενε τη στιγμή που θα πέρναγε ο Επιτάφιος μπροστά από το μαγαζί του. «Περίμε­νε την ευλογία», όπως έλεγε. Και δεν ήταν ο μόνος.

Σήμερα ζούμε πάλι στην πόλη μας, στην πόλη που γεννήθηκαν οι παπ­πούδες μας, οι γονείς μας κι εμείς. Κάθε Μεγάλη Παρασκευή ζούμε τη νοσταλγία. Οι Επιτάφιοι δε συγκε­ντρώνονται πια στην πλατεία μας. Οι Επιτάφιοι, που με τόση λαχτάρα περίμεναν οι καταστηματάρχες, μένουν στην Ενορία τους.

 

b160755

 

Το κείμενο μπορείτε να το βρείτε και στο βιβλίο της Ουρανίας Παρδάλη Νομικού » Έτσι θυμάμαι την Κηφισιά» που έχει εκδοθεί από τις εκδόσεις Κηφισιά